Οι Ήρωες του 1821

Παλαιών Πατρών Γερμανός

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός (25 Μαρτίου 1771 - 30 Μαΐου 1826) ήταν ιεράρχης, μητροπολίτης Παλαιών Πατρών και ένας από τους πρωταγωνιστές ιεράρχες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 με διπλωματική και πολιτική δράση.

Γεννήθηκε στη Δημητσάνα, γιος του Ιωάννη Γκόζια, χρυσοχόου και αγρότη, και της Κανέλας Κουκουζή ή Κουκουζοπούλου, το δε κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Οι γονείς του ήταν φτωχοί και άσημοι, ώστε δεν είναι με ακρίβεια γνωστό το επώνυμο του πατέρα του, αφού σε διάφορες βιογραφίες εμφανίζεται ως Κοτζάς, ή Κοντζιάς, ή Κόζιας, ή Γκόζιας.

botsaris

Φοίτησε αρχικά στη φημισμένη Σχολή Δημητσάνας, στο Άργος και μετέπειτα στη Σχολή της Σμύρνης. Χειροτονήθηκε διάκος από τον Μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου Ιάκωβο.

Στις αρχές του 1806 επί πατριαρχίας του Γρηγορίου, χειροτονήθηκε επίσκοπος και εκλέχθηκε Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, όπου και ανέλαβε καθήκοντα (ενθρόνιση) τον Μάιο του ίδιου έτους με ιδιαίτερη εντολή να καθησυχάσει τα πνεύματα των εκεί Χριστιανών σε μια προσπάθεια αναμόρφωσης, μετά τους τρομερούς πατριαρχικούς αφορισμούς κατά των Κλεφτών που είχαν επιδράσει δυσμενώς. Έτσι ο νέος ιεράρχης επεδειξε μία αξιοθαύμαστη λεπτή διπλωματία που δεν άργησε να καταξιωθεί επ΄ αυτού και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των τότε "ραγιάδων" αλλά και των Τούρκων του Μωριά. Παράλληλα την περίοδο 1815-1817 υπήρξε μέλος της Πατριαρχικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης. Από το 1818 διέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του στη Πελοπόννησο. Το Νοέμβριο του 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Φιλικό Αντώνιο Πελοπίδα. Ο Γερμανός συνέστησε τον Πελοπίδα στους Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο οι οποίοι επίσης μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία.

botsaris

Ουσιαστικά η δράση του Παλαιών Πατρών Γερμανού στην προετοιμασία της επικείμενης Επανάστασης ξεκίνησε από τις αρχές του επόμενου έτους της μύησής του όπου και άρχισε τις επαφές με τους Φιλικούς των Πατρών Ι. Βλασόπουλο, που την εποχή εκείνη ήταν πρόξενος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στη Πάτρα και Ι. Παπαρρηγόπουλο, πρώτο γραμματέα, διερμηνέα, του ρωσικού προξενείου στην ίδια πόλη, ενεργώντας υπό τη σκιά των διαφόρων ειδήσεων περί του Αλή Πασά (1820) την προετοιμασία του Αγώνα. Ο Γερμανός σε συνεργασία με τους Παπαρρηγόπουλο και Βλασόπουλο κατώρθωσε να πείσει τον Αλή να συνεχίσει τον αγώνα του κατά του Σουλτάνου και ότι δήθεν μεσολαβούσε προς τη Ρωσία ώστε αυτή να υποστηρίξει τον Αλή.

Πρωτοστάτησε στη δημιουργία μιας πολιτικής οργάνωσης και τη συγκέντρωση χρημάτων για την προετοιμασία της επανάστασης.

Αρχές Ιανουαρίου του 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υπέβαλλε προς τη Φιλική Εταιρεία τους "Στοχασμούς των Πελοποννησίων περί καλού συστήματος", όπου περιέγραφε την οργάνωση της Φιλ. Εταιρείας στην Πελοπόννησο. Σε απάντηση ο Αλέξανδρος Υψηλάντης που είχε στο μεταξύ αναλάβει αρχηγός του Αγώνα, μαζί με κάποιες οδηγίες τον διόρισε μέλος της Παμπελοποννησιακής Εταιρείας. Κατόπιν αυτού o Γερμανός ξεκίνησε άμεση δράση για προετοιμασία εξέγερσης που την απέδιδε σε προσωπική σπουδή του Α. Υψηλάντη.

Περί τα τέλη του 1820 έφτασε στην Πελοπόννησο ο Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας με οδηγίες και έγγραφα και με τη διάθεση να ξεσηκώσει την επανάσταση το συντομότερο. Ο Γερμανός και οι πρόκριτοι θεώρησαν πρόωρο και επικίνδυνο το ξεκίνημα της επανάστασης στις αρχές του 1821. Στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας, (στις 20 - 30 Ιανουαρίου του 1821), ο Γερμανός διατύπωσε τις επιφυλάξεις του για την ετοιμότητα για έναρξη της επανάστασης αμφισβητώντας τα επιχειρήματα του Παπαφλέσσα.

Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη εξιστόρηση των γεγονότων, στις 25 Μαρτίου του 1821 ο Γερμανός ύψωσε τη σημαία του αγώνα και κήρυξε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, που χρησιμοποιούνταν ως σημείο συγκέντρωσης προεστών, οπλαρχηγών και κληρικών την περίοδο αυτή. jpg3-jpg4

botsaris
botsaris

Κάποιοι ιστορικοί, βασιζόμενοι σε προσωπικά αρχεία οικογενειών επαναστατών, υποστηρίζουν ότι σε συνάντηση στην Αγία Λαύρα στις 17 Μαρτίου, ο Γερμανός τέλεσε δοξολογία και ορκωμοσία όπου όρκισε προεστούς και επισκόπους του Μοριά που βρίσκονταν εκεί για τον εορτασμό του Αγίου Αλεξίου, πολιούχου των Καλαβρύτων. Το καλοκαίρι όταν στις 19 Ιουνίου ο πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου Δημήτριος Υψηλάντης αποβιβάστηκε στο Άστρος και κατευθύνθηκε στο στρατόπεδο που πολιορκούσε την Τριπολιτσά γενόμενος μετά ενθουσιασμού δεκτός ως γενικός πληρεξούσιος του συνόλου των αγωνιστών, άρχισαν σχεδόν αμέσως οι διάφορες αντιδράσεις και έριδες των προεστών της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Μάταια προσπαθούσε ο Δ. Υψηλάντης να επιφέρει την ομόνοια ζητώντας την αρχιστρατηγία με σύμπραξη Βουλής εκλεγμένης εμμέσως από τις επαρχίες. Η δε Γερουσία όμως δεν ήθελε να χάσει τα δικαιώματα να ελέγχει και αυτή τα στρατιωτικά. Αυτό είχε ως συνέπεια την αποχώρηση του Υψηλάντη από το στρατόπεδο. Τότε κλήθηκε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός να μεσολαβήσει για την επίλυση της διαφοράς πλην όμως δεν το κατόρθωσε μέχρι που εξαναγκάσθηκε η Γερουσία να δεχθεί τους όρους του Υψηλάντη αλλά με δημιουργία τριανδρίας, γεγονός που επέφερε νέα διένεξη.

Τον Δεκέμβριο του 1821 συμμετείχε στην Α' Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο, συμμετοχή την οποία δεν αναφέρει στα απομνημονεύματά του.

Στην οικονομική απελπισία του 1822 με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης ορίστηκε μαζί με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, να μεταβεί τον Οκτώβριο του 1822 στην Ιταλία, προκειμένου να συναντήσει τον Πάπα, ομεγενείς, τραπεζίτες και άλλους παράγοντες με σκοπό να ζητήσει οικονομική και άλλη βοήθεια.

Η συνάντηση με τον Πάπα δεν έγινε γιατί το Βατικανό επικαλέστηκε την προχωρημένη ηλικία του, λόγω της οποίας δεν ησχολείτο πλέον με διεθνείς υποθέσεις. Πάπας ήταν τότε ο Πίος VII, ο οποίος και απεβίωσε τον Αύγουστο του 1823 σε ηλικία 81 ετών. Πιστεύεται ότι ο Πάπας ήταν θετικός προς την υπόθεση της Ελλάδος, αλλά η ματαίωση της συνάντησης οφείλεται σε παρέμβαση της Αυστρίας η οποία τότε είχε υπό την προστασία της το Βατικανό και διέκειτο εχθρικά προς την Επανάσταση.

Περιφερόμενος ο Γερμανός επί μια διετία στην Ιταλία και μετά από αποτυχία κάποιων συνεννοήσεων με ηγεμόνες στη Βερόνα, αλλά και με τον Φιλικό μητροπολίτη Ιγνάτιο που ήταν εξόριστος στη Πίζα, προσπάθησε να έλθει σε επαφή με τον Λόρδο Στάνχοουπ και τον τραπεζίτη Μπλανκίαρ ("Βλακέρο" κατά τους λογίους) για σύναψη εθνικού δανείου, κάτι το οποίο δεν κατάφερε. Κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του όμως, παρά την αποτυχία της κυρίας αποστολής του, κατάφερε τουλάχιστον να ενημερώσει και να προτρέψει τους φιλέλληνες της Ευρώπης να βοηθήσουν την επανάσταση.

Ο Γερμανός επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 1824, οπότε και εγκαταστάθηκε στη Γαστούνη, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στην έδρα του. Την περίοδο όμως εκείνη είχε ξεσπάσει η πρώτη ένοπλη εμφύλια διαμάχη. Ο Γερμανός αρχικά προσπάθησε να συμφιλιώσει τις αντίπαλες παρατάξεις πλην όμως έκανε το μοιραίο λάθος να υπερασπιστεί εντονότερα τους Αχαιούς προκρίτους με συνέπεια όχι μόνο να μην επιτύχει τη συμφιλίωση αλλά αντίθετα να υποπέσει στη δυσμένεια πολλών οπλαρχηγών και ιδιαίτερα του Γιάννη Γκούρα που ανέλαβε να καθυποτάξει όλους τους ενάντιους στην υπό τους Κουντουριώτες διοίκηση.

botsaris

Το 1826 εκλέχθηκε μέλος της Γ' Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο όπου και ανέλαβε τη διεύθυνση των εργασιών της, εκλεγείς και μέλος της επί των Εσωτερικών επιτροπής, αποκαθιστάμενου έτσι του παλαιού κύρους του από τους επαναστάτες. Λίγο αργότερα όμως προσβλήθηκε από εξανθηματικό τύφο, που είχε καταστεί τότε ενδημικός στο Ναύπλιο, όπου και πέθανε στις 30 Μαΐου του 1826. Η κηδεία του έγινε στο Ναύπλιο με κάθε μεγαλοπρέπεια και αργότερα τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Δημητσάνα.

Προς τιμή του ανεγέρθηκε στην Πάτρα σπουδαίος ανδριάντας στη θέση Ψηλά Αλώνια.

botsaris

Πηγή:www.wikipedia.com